Απίστευτη κτηνωδία: Φυλάκισαν ανάπηρη 36χρονη και τη βασάνιζαν για 8 χρόνια μέσα στο σπίτι της

Τη φυλάκισαν και τη βασάνιζαν για 8 χρόνια μέσα στο σπίτι τηςΈνα νέο Κωσταλέξι στην καρδιά της Αθήνας φέρνει στο φως της δημοσιότητας το «Έθνος της Κυριακής», που έγινε αφορμή να κινηθεί δικαστική διαδικασία...
προκειμένου να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι για τον απάνθρωπο εγκλεισμό της ορφανής και ανάπηρης Μαρίας Παπαδοπούλου.

Η 36χρονη κοπέλα, που σώθηκε από θαύμα, νοσηλεύεται σε κρατικό νοσοκομείο από τον περασμένο Ιούλιο, έχοντας ωστόσο χάσει το αριστερό της πόδι από τα βασανιστήρια, αφού είχε πέσει θύμα 77χρονης Ρωσοπόντιας, που την πρόσεχε τα τελευταία χρόνια, και 50χρονου συγγενούς της. Μαζί, της απόσπασαν την ακίνητη περιουσία και εισέπρατταν τη σύνταξη των 1.200 ευρώ που έπαιρνε, την κρατούσαν στο μπαλκόνι φωταγωγού, χωρίς φαγητό και νερό, με το σπασμένο πόδι της δεμένο σε ξύλο, όπως τα ζώα, αφήνοντας να σαπίζει από τις κατακλίσεις.

Η άτυχη Μαρία θα είχε χάσει τη ζωή της, εάν δεν την έσωζαν οι γείτονες στην πολυκατοικία της Καλλιθέας, οι οποίοι μόλις αντιλήφτηκαν την κατάστασή της, ειδοποίησαν την υγειονομική υπηρεσία.

Η εφημερίδα, μόλις ενημερώθηκε για τη φριχτή ιστορία της Μαρίας, έσπευσε να διερευνήσει την υπόθεση, προσκομίζοντας παράλληλα στις δικαστικές αρχές τα στοιχεία, για να επισπευσθεί η ποινική διαδικασία, η οποία είχε ξεκινήσει από το ΑΤ Καλλιθέας, αλλά μέχρι τότε εκινείτο με αργούς ρυθμούς, γιατί δεν είχε δοθεί η απαιτούμενη βαρύτητα στο περιστατικό, σύμφωνα με το ρεπορτάζ.

Αποτέλεσμα ήταν να κινητοποιηθεί η εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας, που διαπίστωσε ότι η 36χρονη βρισκόταν ένα σκαλί πριν από τον θάνατο. Έτσι με διαδικασία-αστραπή ασκήθηκε ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας από κοινού, σε βάρος της 77χρονης και του 50χρονου, ενώ δόθηκε κατεπείγουσα παραγγελία για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης.

Παράλληλα, η Δικαιοσύνη ξεκίνησε έρευνα για το πώς πέρασε στα χέρια της 77χρονης το διαμέρισμα της Μαρίας, καθώς προκύπτει από το συμβόλαιο ότι η 36χρονη δώρισε το 2008 το σπίτι της στην κατηγορουμένη, κρατώντας –ευτυχώς- την επικαρπία «σε ένδειξη της προς αυτήν αγάπης και στοργής της, διότι –όπως δήλωσε- την περιποιείται και την προσέχει σαν μάνα της» ενώ σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι η Μαρία «παραιτείται από κάθε δικαίωμά της να ανακαλέσει τη δωρεά αυτή για κάθε λόγο και αιτία, αναγνωρίζοντας πως γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από ευπρέπεια».

Επιπλέον διερευνάται εάν διαμένουν τώρα στο σπίτι άλλοι από τον κύκλο των κατηγορουμένων, ώστε να απομακρυνθούν για να επιστρέψει εκεί η Μαρία μετά τη νοσηλεία της. Αυτεπάγγελτα η Εισαγγελία έχει ξεκινήσει ενέργειες για να διοριστεί δικαστική παραστάτης της Μαρίας, η γειτόνισσά της Ιωάννα Πλεύρη, που είναι συνεχώς δίπλα της.

Αυτό που δεν μπορεί να ξεχάσει κάποιος στη Μαρία είναι τα μάτια της. Ό,τι δεν μπορεί να κάνει με το ακίνητο, παράλυτο σώμα της, το κατορθώνουν τα υγρά, μεγάλα μάτια της. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου μιλάει αργά, αλλά κατανοητά. Ζητά ένα παγωτό και λίγο νερό. «Πότε θα έρθει η Ιωάννα;», ρωτάει συνέχεια, αναφερόμενη στη γειτόνισσα, που, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τη βοήθησε.

Συγκλονιστική μαρτυρία
«Θα ήθελα να γυρίσω σπίτι μου, αλλά φοβάμαι. Με χτύπαγαν. Δεν μου έδιναν νερό, για να μην κατουριέμαι και λερώνω συνέχεια. Δεν με αγαπάει. Θέλω άλλη γυναίκα να με προσέχει». Θυμάται τη γιαγιά της, ο θάνατος της οποίας την έφερε στο σημείο να επιχειρήσει να βάλει τέρμα στη ζωή της, πέφτοντας από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και να μείνει ανάπηρη. Η μητέρα της είχε αναθέσει στην 77χρονη να την προσέχει, όταν δούλευε. Πέθανε το 2006 και η Μαρία έμεινε μόνη, εξαρτημένη αποκλειστικά από αυτή τη γυναίκα, η οποία μετακόμισε στο σπίτι της.

Στο πλευρό της Μαρίας στο νοσοκομείο βρίσκεται η Ιωάννα, η γειτόνισσά της, η οποία δήλωσε: «Την ξέρω από μικρή. Ήταν ένα λιγομίλητο, ντροπαλό κορίτσι. Ήμασταν ήσυχοι, η κυρία, που συνέχισε να τη φροντίζει μετά από τον θάνατο της μητέρας της, έμοιαζε πολύ καλή. Της μιλούσε όμορφα και την πρόσεχε, ερχόταν συχνά και κοινωνική λειτουργός. Ώσπου ξαφνικά έβγαλαν τη Μαρία με το κρεβάτι της στον φωταγωγό, χωρίς να μπορούμε να τη δούμε. Μπροστά είχαν κρεμάσει σεντόνια. Όταν τη ρωτήσαμε, μας είπε “με βγάλανε γιατί βρωμούσα”. Ό,τι ακλούθησε δεν περιγράφεται. Η Μαρία φώναζε συνεχώς, για νερό, πορτοκαλάδα, σουβλάκι. “Ήπιες νερό. Φτάνει” της έλεγαν...».

Σχόλια